Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βοτανολόγιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βοτανολόγιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 5 Μαρτίου 2013

Πινακοθήκη



Τοποθετημένο σε περίοπτη θέση
φωτισμένο με αντάξιους προβολείς
το πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέυ
ξεφλούδιζε.
Ο καμβάς ξερνούσε
ανά τακτά χρονικά διαστήματα
αμφίβολες χρωματικές ποιότητες
διατηρούσε απαρέγκλιτα
σημεία που η πινελιά τοποθετήθηκε με σθένος.
Τα αυτιά μαράθηκαν κι έπεσαν
Στους δακρυγόνους αδένες
φύτρωσαν κροκοδείλια δάκρυα
άρεσαν στους επισκέπτες
συνοδευτικά με ολονύχτιους βρυχηθμούς
που αντιλαλούσαν στο στομάχι του
την ώρα που τους  χώνευε.
Η ασθένεια της παρακμής κράτησε καιρό
Μόνο κουκκίδες απέμειναν στο τέλος
κι ένας σκόρος παρθένος στη θέση της μύτης
να ροκανίζει ανόρεχτα χίλια εκτάρια μοναξιάς.
Ο συλλέκτης δεν άντεχε πια να το βλέπει.
Πίστεψε πως έχασε τα λεφτά του
το άφησε πίσω του.
Τι θλιβερό αστείο
αυτή η φράση, αυτή η πράξη.
Ότι αφήνεις πίσω σου
απλά δεν είναι μπροστά σου
Περιμένει υπομονετικά
τη στιγμή που θα γυρίσεις το κεφάλι
για να  γίνεις γλυπτό άλατος
στην αίθουσα τέχνης "Η γυναίκα του Λωτ".




Ποιητικό ύστερο :
Ξεθωριάζουμε, το πρόσεξες;
Και τα λόγια δεν είναι παρά πόρνες
ξεβάφονται βιαστικά, ξεπλένονται σχολαστικά 
λίγα λεπτά μετά την κορύφωση της ηδονής.

(εικόνα Alex Gross -Mixed Media on Antique Photograph)

Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου 2013

Η άλλη όψη


Μου είπαν ότι ζούσε σ΄ένα ενυδρείο.
Κυνηγούσε μικρές φυσαλίδες οξυγόνου κι έγλυφε τα τζάμια να διατηρούνται καθαρά.
Είναι σημαντικό να βλέπεις από μέσα έξω όσο και το αντίθετο.
Στις δώδεκα παρά ένα λεπτό έκλαιγε. 
Τα δάκρυα του έδιναν μια σχετική αλμύρα στο νερό κι έμοιαζε θαλασσινό. 
Προσομοίωση ζωής...
Στις δώδεκα και δύο λεπτά έβγαζε από την κατάψυξη
έναν μικρό ωκεανό και τον παρατηρούσε.
Ήταν όμορφος κι απέραντος μα δεν ήταν δικός του. Δεν είχε όρια, ούτε  σιγουριά, δεν υποσχόταν τίποτα. 
Στο ενυδρείο ήταν αλλιώς. Ήταν όπως έπρεπε να είναι.
Στις δώδεκα και πέντε λεπτά αφού τον τοποθετούσε προσεκτικά  πίσω στην θέση του, ξάπλωνε σε μια γλιτσιασμένη  φτιαγμένη από πλαστικά φύκια αιώρα, για να κοιμηθεί.
Χνουδωτά κομμάτια πλαγκτόν της ζωής που είχε αρνηθεί του γαργαλούσαν την μύτη. 
Τα έσπρωχνε απαλά, μαζί τους και τα ίδια του τα όνειρα  που εκείνη την ώρα συνήθιζαν να έρχονται.
Στις οχτώ και δεκαέξι θα έστεκε στο ταμείο του φαρμακείου πληρώνοντας το φάρμακο για την αλλεργία.
 Στο ενυδρείο η ζωή είναι απλή, μόνο που απαγορεύονται τα ταξίδια.
Επιτρέπονται όμως οι αποσκευές. Θεωρούνται όργανα δολοφονικά.




(έργο Michael Sowa, πηγή εικόνας artistsandart.org )

Παρασκευή 25 Ιανουαρίου 2013

Νυχτερινό 3





Ουρανοκατέβατη
μετρονόμος εναέριας κυκλοφορίας
χορευτικών παύσεων.
Αιωρούμενη
ορειβάτης πολιορκημένων αστερισμών.
Λαθρεπιβάτης
σε σώμα βόα σφιγκτήρα

Γλιστρούσε με χάρη στο σωλήνα της ζωής
ισορροπώντας στα όρια του ανέφικτου.
Τριβόταν με δύναμη επάνω του
έπειτα τον στραγγάλιζε ανάμεσα στα πόδια της
αφήνοντάς του μια μικρή ανάσα
ίσα ίσα για να μπορεί να αφουγκρασθεί
την στιγμή που θα του ψιθύριζε στο αυτί
Είσαι δικός μου
μέχρι το τελευταίο σου εν στύση μόριο.
                               

                                              
πηγή φωτογραφίας : 
http://midnightmartinis.tumblr.com

Τετάρτη 14 Νοεμβρίου 2012

Ώρα νυχτερινή

Alta Plana - Cités obscures by Pierre Ceriano


Χρόνια πολλά...
Διάβαζε καθημερινά το βιβλίο του
Ώρα νυχτερινή
Σελίδα πέντε, σελίδα δέκα, σελίδα είκοσι
Προσεκτικά το ακουμπούσε στο κομοδίνο δίπλα του
Έκλεινε τα μάτια
Κοιμόταν
με το παράθυρο ανοιχτό να μπαίνει οξυγόνο
Κάθε μέρα το ίδιο
Χρόνια πολλά...
Μια μέρα 
Ώρα νυχτερινή
Σελίδα τριάντα, σελίδα σαράντα, σελίδα πενήντα
Έκλεισε το βιβλίο
Έκλεισε τα μάτια
Κοιμήθηκε
Δεν ξύπνησε ποτέ
Τον βρήκε η καθαρίστρια το επόμενο πρωί
Κάλεσε την αστυνομία
Μέχρι να έρθουν
ξεκίνησε να διαβάζει το βιβλίο (του)
για να περάσει η ώρα.


Υπογράμμισε με μαρκαδόρο μια φράση που της άρεσε...
Γράφω για την ζωή. Γράφω, γράφω, μα δεν έχω παράπονο... Κι η ζωή με γράφει επίσης...

(στην Αθηνά με αγάπη )

Τετάρτη 18 Ιουλίου 2012

Σύνθεση


ζωγραφικό έργο D. Huyn
Υπό την επήρεια ενός αλκοολούχου νυσταγμένου σούρουπου, ο αέρας στο ψηλοτάβανο δωμάτιο μύριζε γοητεία και μυστήριο.
Το  παράθυρο είχε θέα στο δρόμο κι αν έριχνε κανείς μια κλεφτή ματιά στο εσωτερικό θα έβλεπε το μεγάλο ξύλινο καβαλέτο να δεσπόζει στο χώρο.
Η κοπέλα με τα μακριά μαλλιά και τις ανακατεμένες σκέψεις λαγοκοιμόταν στην κόκκινη βελούδινη πολυθρόνα. Κάθε τόσο έτριβε το ύφασμα στο μπράτσο με τον αντίχειρα, ελπίζοντας αυτή η επαναλαμβανόμενη μονότονη κίνηση να της φέρει το βάθος του ύπνου που επιθυμούσε, όταν ένα δυνατό κορνάρισμα από έξω την τίναξε απότομα. Το μισοκοιμισμένο βλέμμα της αντίκρισε το λευκό τελάρο και για μια στιγμή  είδε να ζωγραφίζεται πάνω του όλη της η ζωή. 
Τι περίεργο.
Κάπου εκεί ανάμεσα στα πολυάριθμα σωληνάρια χρώματος, δίπλα στους βαμβακερούς μουσαμάδες, στα καθαρά πινέλα , στα προσχέδια και στα κάρβουνα κάτι είχε χάσει... Κάτι απροσδιόριστο αλλά γνώριμο, κάτι, αλλά τι;
Ύστερα νύχτωσε... 
Πάντα νυχτώνει...
Μέχρι να ξημερώσει η καινούργια μέρα κι όλα να πάρουν το συνηθισμένο τους περίγραμμα. Αυτό που δεν έχει ανάγκη  να το μετρήσει η βελόνα.
Είναι άραγε το φως που σβήνει το σκοτάδι ή το σκοτάδι που ανάβει το φως;


 Ε. Προκοπίου  "Κυπαρησία"110χ90
                                 (το ξέθαψα κάνοντας εκκαθάριση στο ταχυδρομείο μου...)


Κυριακή 24 Ιουνίου 2012

Στιγμιαίος Μέλλοντας



Δεν έχω αυταπάτες
Ξέρω ότι θα παραμείνω μόνη μου
στο έλεος μιας εκκωφαντικής σιωπής
στολισμένης με φλυαρίες ασήμαντων γεγονότων.
Κάποτε θα ομορφαίνω 
Κάποτε θα ασχημαίνω
Από καιρό σε καιρό θα ερωτεύομαι
το θρόισμα των φύλλων
που είναι καταδικασμένα 
να εκτίσουν την ποινή τους το φθινόπωρο.


Μια μέρα θα ελευθερώσω
όλους τους λαγούς που κρύβω στο καπέλο μου
Θα τους αφήσω να τρέξουν
μέχρι την άκρη του ορίζοντα
Θα ανέβω στο κατώφλι μιας καινούργιας μέρας
φορώντας το λευκό μου φουστάνι
Θα στροβιλίσω τις ώρες μου
γύρω από τις αόρατες σου νότες.
ενώ εσύ θα απλώνεις ένα σύννεφο ομπρέλα
κάτω από τον ήλιο
που μας λιώνει τα όνειρα.


(φωτογραφία :Sea of Clouds by MattTheSamurai)







Δευτέρα 28 Μαΐου 2012

Η μέρα της ακρίδας

                                                   
Μέρες πολλές στοίχειωνε την μεγάλη πράσινη γλάστρα η νεκρή ακρίδα.
Ο νεαρός φύκος έριχνε που και που την σκιά του πάνω της εξομοιώνοντας το χρώμα της με αυτό του χώματος και την εξαφάνιζε.
Η γυναίκα μπαινόβγαινε στο μπαλκόνι, ελπίζοντας ένα δυνατό φύσημα του αέρα να την πάρει και να την σηκώσει, να την πάει  έστω λίγα μέτρα πιο  μακριά, να χαθεί επιτέλους από το οπτικό της πεδίο.
Ο αέρας όμως είχε τα δικά του σχέδια... Ζευγάρωνε ήσυχα με την άνοιξη και δεν είχε όρεξη για δουλειά. Παρατηρούσε την ανθοφορία, φιλούσε απαλά τα μπουμπούκια για να φρεσκάρει την αναπνοή του  κι επιδιδόταν σε τρυφερούς εναγκαλισμούς με την ανεκτή τις περισσότερες των φορών, μεσημεριανή ζέστη.
Η γυναίκα είδε κι απόειδε, πήρε ένα μικρό χαρτονένιο κουτί από πούρα που είχε ξεμείνει στο ψυγείο της από την πρωτοχρονιά κι έβαλε την ακρίδα μέσα να πάει να την θάψει στο διπλανό οικόπεδο. Την ώρα που την σήκωνε, φορώντας το λευκό λαστιχένιο γάντι μιας χρήσεως, παρατήρησε πόσο έμοιαζε το γκρίζο καφέ σώμα της με τα δύο τρία ξερά φύλλα που ήταν πεσμένα παραδίπλα.
Πόσο μοιάζουν όλα τα πεθαμένα πράγματα, σκέφτηκε.
Ένα παιδί ακούστηκε να κλαίει δυνατά από το απέναντι μπαλκόνι.
Πόσο μοιάζουν όλα τα ζωντανά... μουρμούρησε σιγανά.
Ύστερα φόρεσε τα φτερά της ακρίδας κι έτρεξε να προλάβει να φάει την μέρα. Ποιος ξέρει αύριο με τι θα έμοιαζε... Ποιος δίνει εγγυήσεις για αυτά τα πράγματα...


(φωτογραφία : grasshoper by obicen)




                                                                                                                               

Τρίτη 8 Μαΐου 2012

Η συλλογή






Το μικρό κορίτσι με τα σγουρά φουντωτά μαλλιά φόρεσε το κόκκινο φουστάνι του, τα μαύρα λαστιχένια παπούτσια του και βγήκε στην αυλή να παίξει με τους άθραυστους φίλους   του. Μια κάμπια από πράσινο μουράνο Ιταλίας, ένα κολεόπτερο από φυσητό γυαλί με αχνές γαλάζιες γραμμές, μια πασχαλίτσα από φίνο κρύσταλλο που όταν την γαργαλούσες σου χάριζε το καμπανιστό της γέλιο κι ένα σκαθάρι φτιαγμένο από γυαλί ηλίου που άκουγε αποκλειστικά beatles.                                                
 Το μικρό κορίτσι έστηνε την μικρή του συλλογή ολόγυρα κι έβαζε τον νάνο που είχε ξεχάσει να επιστρέψει στο παραμύθι της Χιονάτης να την φυλάει. Μόνιμο μέλημα του νάνου ήταν να προσέχει να μην πλησιάσει κανείς στην μηλιά. Από καιρό υπήρχε η υποψία ότι τα μήλα της ήταν αληθινά κι όποιος τα έτρωγε θα γινόταν πραγματικός. Δεν υπήρχε κάτι κακό σ' αυτό. Αλλά όταν κάτι είναι πραγματικό πονάει αν το πετάξεις με δύναμη και γίνεται χίλια κομμάτια όταν σπάει.


                                          
                                                      

Τετάρτη 4 Απριλίου 2012

Νυχτερινό 1


Ήταν ο καπνός του τσιγάρου μου που ανέβαινε στο ταβάνι και στριφογύρναγε προκλητικά αγκαλιά με τους καπνούς των άλλων χωρίς να νοιάζεται για συστάσεις.
Ήταν το φθηνό βλέμμα του άντρα που καθόταν απέναντι μου και προσπαθούσε να βρει τρόπο να παζαρέψει το δικό μου που ήταν κλειδωμένο στο χρηματοκιβώτιο μαζί μ' ένα κομμάτι από δέρμα φιδιού για να του φέρνει τύχη.
Ήταν ο τραγουδιστής που έλιωνε από τα πάθη του κι από την ναρκωμένη αναπνοή του κι η μουσική που σε παρακινούσε να κάψεις τα ξεχασμένα σκουπίδια πριν σε πνίξει η βρώμα.
Ήταν το ποτήρι με το ποτό που μέσα του βουλιάζει ο καθρέφτης μου και με κάνει να τα βλέπω όλα διπλά ενώ ασφυκτιώ και στα μονά.
Ήταν οι άνθρωποι που συνέχεια μπερδεύουν αυτή που γράφει μ' αυτή που κρατάει το στυλό και δεν ξέρουν σε ποια να μιλήσουν και τι να πουν.
Ήταν το πάτωμα που περπατάει περισσότερο από τα πόδια που το διακοσμούν κι έχει να πει ιστορίες που μπορεί και να μην βαριέμαι να τις ακούσω.
Ήταν η γυναίκα που μισεί τους ποιητές γιατί επιτρέπουν στο άσπρο χαρτί  να τα ρουφήξει όλα κι ύστερα τσιγκουνεύονται μισό χαμόγελο.
Ήταν και η άλλη που τους συμπαθεί για τον ίδιο ακριβώς λόγο.
Ήταν η νύχτα που τινάζει το μαύρο της χαλί και γεμίζει σκόνες από αστέρια το κεφάλι μου και το αναγκάζει να φτιάχνει ιστορίες για να τη βγάλει καθαρή.
Ήταν όλα εκεί, στην γνωστή τους θέση 
μα εγώ έλειπα.





Πέμπτη 22 Μαρτίου 2012

Εκτόπλασμα

Denis Zilber


Ο Κρόνος τρώει τα παιδιά του
Έπειτα πίνει coca cola για να τα χωνέψει
Την ώρα των διαφημίσεων
φτύνει τα κόκαλα κουκούτσια
στην άγονη άσφαλτο
για να σιγουρευτεί ότι δεν θα ξαναφυτρώσουν.
Κάποτε η τροφή τελειώνει
μα το φαρμακείο της Κίρκης διανυκτερεύει
γεμάτες ζωντανούς νεκρούς οι αποθήκες του
κάθε λογής  βοτάνια στολίζουν τα ράφια του.
Κάποιοι τα θέλουν για να ξεχνούν τη φύση τους
Άλλοι για να αντέχουν τις ώρες που τους μηρυκάζει
ο Θεός. 
Όσο για μένα περνώ αρκετό χρόνο εκεί
αγοράζοντας γάζες σε όλα τα μεγέθη
Δένω και ξεδένω 
επιμελώς την αιώνια αιμορροούσα πληγή στην φτέρνα
αφού δεν βρήκα ακόμη τρόπο να την κάνω άτρωτη.



Δευτέρα 27 Φεβρουαρίου 2012

Άνευ αντικρίσματος

Από τη μία
"Η ζωή είναι μεγάλη μην την κάνεις καρναβάλι"
Από την άλλη 
"Η ζωή είναι μικρή για να είναι θλιβερή"

Umberto Brunelleschi -Arlecchino e Colombina

Και κάπου στο ενδιάμεσο από χαλασμένες κεραίες
εξασθενημένα σήματα κινδύνου 
εκπέμπει το γελοίον της υπόστασης μας.

Την τελευταία μου πολύχρωμη στολή
 άνευ περιγράμματος
την χάρισα στο βασιλιά καρνάβαλο
άνευ όρων
μόνο για να την δω να καίγεται από μακριά.
Στην τσέπη της από χρόνια φυλαγμένοι
ο μολυβένιος στρατιώτης κι η κουτσή χορεύτρια
αποκαΐδια παρελθόντος, προσάναμμα μέλλοντος. 
Ίσως...
Χάνοντας τους ρόλους
να βρούν τα πόδια τους. 

Τρίτη 7 Φεβρουαρίου 2012

Το θεώρημα της κυρίας Χ (1)


Δραπέτευε στην αυλή της την ώρα που έβγαιναν τ' αστέρια να ψωνίσουν λίγο ουρανό. Έλεγαν πολλά γι' αυτήν. Τι να πιστέψει κανείς... Ίσως... Ίσως  ήταν απλά μια γυναίκα. 
Άκουγα το τρίξιμο από τα πατήματά της  στα ξερά φύλλα, έβλεπα τον ίσκιο της να κάνει τραμπάλα από δέντρο σε δέντρο κι έπειτα ν' ανοίγει τρύπες στο χώμα, μα ποτέ την ίδια.
Κάποιοι έλεγαν ότι έψαχνε την προηγούμενη ζωή της,  άλλοι ότι γύρευε την χαμένη της ονειροπαγίδα. Εγώ πιστεύω ότι ξέθαβε παλιούς εραστές ξήλωνε τα χρυσά τους δόντια και τα πούλαγε για να αγοράσει λίγο φεγγάρι. 
Άλλωστε ήταν απλά μια γυναίκα.

Δευτέρα 30 Ιανουαρίου 2012

Έκλειψη


Κοιμόταν στις δέκα ακριβώς κάθε βράδυ
αφού πρώτα ξέπλενε από πάνω του προσεκτικά
την οσμή των νεκρών ονείρων.
 Έπειτα σκορπούσε την τέφρα τους
στον κήπο της κοιλιάς του
και το πρωί γεννούσε ένα ακόμα.
 Αυτό γινόταν ο μικρός ήλιος που τον οδηγούσε
όταν οι μέρες ήταν πιο σκοτεινές από τις νύχτες
ή όταν έχανε το λευκό του μπαστούνι.
Εκ γενετής τυφλός;
Όχι.
Εκ συνηθείας...
Όπως οι περισσότεροι.


Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2012

Υβρίδιο αριθμός 16


Σ΄εναν ιδεατό χωροχρόνο
κρεμασμένοι στα παράθυρα
στολίδια μιας άκαμπτης ζωής
εκπαιδευόμαστε ν΄αγαπάμε τα λάθη μας.
Είναι αυτές οι αδύναμες κλωστές
δεμένες πρόχειρα στην επικάλυψη της νιότης
που μας κάνουν να διαφέρουμε ανεπαίσθητα
ο ένας από τον άλλον
κι επιτρέπουν στα πόδια μας
να αναζητούν καινούργιους παραδείσους.

Κυριακή 11 Δεκεμβρίου 2011

Δι-αυγής


Ξύπνησε ένα πρωινό
και βρήκε όλα του τα μαλλιά πάνω στο μαξιλάρι.
Δεν λυπήθηκε
Τα έθαψε στην αυλή
δίπλα στο μέρος που κοιμόταν ο σκύλος.
Τα μάτια του δυο άλιωτα κρυσταλλάκια
κοίταξαν μακριά
μα τίποτα δεν είδαν.
Μόνο ένα σκιάχτρο στο απέναντι χωράφι
να λιγουρεύεται το πανσέληνο κεφάλι του.


Κυπαρησία Σ.

Δευτέρα 7 Νοεμβρίου 2011

Β΄Διαλογής

Είναι κάποιες μέρες
που ο θεός κλείνει την πόρτα του ουρανού
και μ' αφήνει απ' έξω
να ζητιανεύω κανένα σύννεφο.
Σκέφτομαι να εγγραφώ στην κόλαση
για να του δείξω
μα έχει ουρά μεγάλη
κι όλο και κάποιο κέρατο
βερνικωμένο ή αβερνίκωτο θα μου λείπει.
Στέκομαι κι εγώ ασημάδευτη
στην μέση του χάρακα
να νταντεύω τις μετέωρες ρίζες μου
πάνω από την χώρα της σιωπής.
Να μάθουν κι οι δυο τους
 κι ίσως κι εγώ...

Κυπαρησία Σ.


Ποιητικό ύστερο: 

Μ' αρέσει που μ' αφήνεις να περπατώ στο δάσος σου
τις ώρες της κοινής ησυχίας
όταν ο λύκος είναι εκεί
και παριστάνει τον κοιμισμένο