Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2011

Λίαν Καλώς

                                                                                    
Φορώντας τα ψηλοτάκουνα παπούτσια της
περπάτησε στα όνειρά του.
Ήταν απλωμένα στην ταράτσα του μυαλού του
γκρίζα από τον καπνό
ζαλισμένα από το αλκοόλ.
Τα ξύπνησε
μ' ένα ελαφρύ σφύριγμα.
........................................................................................

-Γιατί φοράτε μαύρα; την ρώτησε.
-Τι σας κάνει να πιστεύεται ότι φορώ μαύρα; απάντησε
 βγάζοντας από πάνω της το πανωφόρι της νύχτας.
 Μόλις αποφοίτησα από το τάγμα των αγγέλων
 προσποιούμενη το φίδι.
 Δυσκολεύομαι ακόμη στην γλώσσα μα θα την συνηθίσω.
 Αλλά κι εσάς σας δυσκολεύουν τα μάτια σας.
 Πόσα χρόνια φοράτε τα ίδια;
                                                         
 
 Κυπαρησία Σ.

Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2011

Προσγείωση


Ο δίσκος γύριζε πάνω στο παλιό πικάπ και κάπου κάπου κόλλαγε για χάρη κάποιων ανεπαίσθητων γρατζουνιών, μεταδίδοντας μια ελαφριά αγωνία σχετικά με το αν θα κατάφερνε να παίξει το τραγούδι μέχρι το τέλος του.
-Μα πως γίνεται να σ΄αρέσουν αυτές οι αμερικανιές; την ρώτησε.
-Το ότι μ' αρέσουν κάποια τραγούδια δεν σημαίνει ότι αποδέχομαι και το σύστημα ...του απάντησε, δαγκώνοντας το κερασάκι από το μαρτίνι της. Δεν γίνεται να τα καίμε όλα στη φωτιά, αυτοί δεν έχουν τίποτα καλό, οι άλλοι τίποτα κακό...Μ' αρέσει  η μελωδία κι η ιδέα δύο αγνώστων που κατά την διάρκεια της νύχτας ενώνουν τα  σκοτάδια τους και το φως  της καινούργιας μέρας μπορεί να τους βρει κατά λίγα γραμμάρια χαράς βαρύτερους ή  ελαφρύτερους από μοναξιά.
Έτσι θα ήθελα να γυρίζει η ζωή μου γύρω από την δική σου και η δική σου γύρω από την δική μου, μελωδικά και σχεδόν συνεχόμενα, σκέφτηκε κοιτάζοντας το δίσκο μα δεν το είπε. Ήξερε ότι η εποχή του βινυλίου είχε περάσει ανεπιστρεπτί μα πάντα ήλπιζε και πόνταρε σε κάτι που δεν ήταν της μοδός.
Η μουσική  τελείωσε μα το μυαλό της στριφογύριζε πάντα...σε λάθος μέρη με λάθος ενδυμασία. Πήρε στα χέρια της το fly me to the moon το κοίταξε, έπειτα αυτόν από πάνω μέχρι κάτω κι από έξω μέχρι μέσα.
Θα με πετάξεις μέχρι το.... σπίτι μου; τον ρώτησε. Τι άλλο να ρωτούσε.


Κυπαρησία Σ.

Δευτέρα, 7 Νοεμβρίου 2011

Β΄Διαλογής

Είναι κάποιες μέρες
που ο θεός κλείνει την πόρτα του ουρανού
και μ' αφήνει απ' έξω
να ζητιανεύω κανένα σύννεφο.
Σκέφτομαι να εγγραφώ στην κόλαση
για να του δείξω
μα έχει ουρά μεγάλη
κι όλο και κάποιο κέρατο
βερνικωμένο ή αβερνίκωτο θα μου λείπει.
Στέκομαι κι εγώ ασημάδευτη
στην μέση του χάρακα
να νταντεύω τις μετέωρες ρίζες μου
πάνω από την χώρα της σιωπής.
Να μάθουν κι οι δυο τους
 κι ίσως κι εγώ...

Κυπαρησία Σ.


Ποιητικό ύστερο: 

Μ' αρέσει που μ' αφήνεις να περπατώ στο δάσος σου
τις ώρες της κοινής ησυχίας
όταν ο λύκος είναι εκεί
και παριστάνει τον κοιμισμένο